Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Τι ’ναι Θεός;


«Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται. Μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο:
Δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη. Η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα, ετούτη:
Να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: 
Η βεβαιότητα, πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνια και αντρεία.
Όσο έγραφα, έβλεπα πως χωρίς να το θέλω, προσπαθώντας μάλιστα να το αποφύγω, δυο λέξεις έρχουνταν και ξανάρχουνταν και δεν ήθελαν να φύγουν:
Η λέξη Θεός κι
Η λέξη Ανήφορος.
Τι ’ναι Θεός- η ανώτατη Χίμαιρα ή η ανώτατη Ελπίδα ή η ανώτατη Βεβαιότητα;
Ή η Ανώτατη Αβεβαιότητα;
Χρόνια πολλά αγωνιζόμουν, δεν μπορούσα να πάρω απόφαση οριστική τι  απάντηση να δώσω στο τραγικό τούτο ρώτημα. 
Συνάλλαζε μέσα μου  η απάντηση, ανάλογα με την παλικαριά, την εμπιστοσύνη ή την αποκαρδίωση που ένιωθε, στοχαζόμενη το Θεό, η ψυχή μου.
Δεν ήμουν ποτέ σταθερά βέβαιος σε ποια από τις τρεις ετούτες Σειρήνες 
–τη Χίμαιρα, την Ελπίδα, τη Βεβαιότητα-
να σταθώ και να παραδώσω την ψυχή μου. 
Και των τριών το τραγούδι όμοια με μαύλιζε, κι όσο το άκουγα δεν πεθυμούσα να πάω και να χαθώ πιο πέρα.
Όμως για ένα ήμουν, σε όλη μου τη ζωή, βέβαιος: πως ένας δρόμος μονάχα, οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.
Ποτέ ο κατήφορος, ποτέ ο δρόμος ο στρωτός. Ο ανήφορος μονάχα.
Πολλές φορές δίστασα, δεν μπόρεσα καθαρά να ξεχωρίσω τι περιεχόμενο έχει η πολυμεταχειρισμένη, η πολυμολεμένη από τους ανθρώπους λέξη Θεός.
Ποτέ δε δίστασα για το δρόμο που οδηγάει ως το Θεό-θέλω να πω ως την ανώτατη κορυφή της λαχτάρας του ανθρώπου.
Κι ακόμα ετούτο:
Τρία πλάσματα του Θεού πάντα με μαύλιζαν κι ένιωθα μαζί τους μια μυστική ενότητα. Σα σύμβολα μου φάνταζαν πάντα και συμβόλιζαν την πορεία της ψυχής μου:
Τ ο σκουλήκι που γίνεται πεταλούδα.
Το χελιδονόψαρο που τινάζεται από τα νερά μοχτώντας να ξεπεράσει τη φύση του και
Ο μεταξοσκούληκας που κάνει το σπλάχνο του μετάξι.
Πόσο χάρηκα δε λέγεται όταν πρωτόδα στις χρυσές φλωροζυγαριές που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, σ’ ένα παλάγγι χαραγμένο ένα σκουλήκι και στο άλλο μιαν πεταλούδα. Χωρίς άλλο, σύμβολα παρμένα από την Κρήτη. Η λαχτάρα του σκουληκιού να γίνει πεταλούδα στάθηκε για μένα πάντα το πιο επιταχτικό και συνάμα το πιο νόμιμο χρέος του σκουληκιού και του ανθρώπου. 
Να σε κάμει ο Θεός σκουλήκι, κι εσύ με τον αγώνα σου να γίνεις πεταλούδα.
Όμοια χαρά και συγκίνηση δοκίμασα  όταν είδα στις τοιχογραφίες της Κνωσού το χελιδονόψαρο να ’χει κάμει φτερά και να πετιέται απάνω από τη θάλασσα.
Ένιωσα την ταυτότητά μου  με τους πανάρχαιους προγόνους, ακολουθούσα, ύστερα από χιλιάδες χρόνια, πιστός τ’ αχνάρια τους κι μετουσίωνα κι εγώ το χώμα της Κρήτης σε φτερούγα.
Και μια φορά είδα σ’ ένα ελληνικό νησί-είδα ή μπας κι ονειρεύτηκα πως είδα;
Μέσα σ’ ένα εξοχικό παρεκκλήσι το κόνισμα της Παναγιάς και του ’χαν ταιριάξει οι πιστοί κορνίζα από αγκάθια κι είχαν σκορπίσει απάνω μεταξόσπορο, κι ο μεταξόσπορος άνοιξε, βγήκαν τα μικρά θαυματουργά σκουληκάκια και τα τάιζαν καθεμέρα με φύλλα της μουριάς…
Τη μέρα που είδα το κόνισμα τα σκουλήκια είχαν τελέψει το χρέος τους, είχαν μετουσιώσει τα φύλλα της μουριάς και τα ’χαν κάμει μετάξι κι η Παναγία ήταν κορνιζαρισμένη με κάτασπρα κουκούλια. Αχ! Να μπορούσα να ’μενα μπροστά της, συλλογιζόμουν, ως την άνοιξη, να δω τα κουκούλια ν’ ανοίγουν και να περικυκλώνουν τη Μητέρα του Θεού οι κάτασπρες χνουδωτές πεταλούδες, οι ψυχές, όπως τις λέει ο λαός, με τα μικροσκοπικά γυαλιστερά ματάκια!...
Ένας πιστός χριστιανός θα μου ’λεγε:
«Δεν ήταν όνειρο που είδες, δεν ήταν σκουλήκια, εμείς  είμαστε οι άνθρωποι. Άμα  τελέψουμε το χρέος μας απάνω στη γης, θα μπούμε στους τάφους και θα βγούμε από κει ψυχές να φτερουγίζουμε αιώνια γύρα από τη Μάνα του Θεού. Ο Θεός μας έδωκε μάτια και βλέπουμε, μας έστειλε το σκουλήκι και μας δείχνει το δρόμο, ταράζεται μια στιγμή η καρδιά μας, βλέποντας τ’ άγια προφητικά σύμβολα, μα δεν τολμούμε να πάμε πιο πέρα, να πιστέψουμε και να μετατρέψουμε την ελπίδα σε βεβαιότητα.»

«Αναφορά στο Γκρέκο» Ν. Καζαντζάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου