Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Η ψυχή του Ανθρώπου




Έστρωσα με τα 24 γράμματα της αλφαβήτας-άλλες πέτρες κι ασβέστες δεν έχω-τον καινούριο δρόμο που φέρνει στη λύτρωση. Ήξερα τώρα ήξερα κι έβλεπα τον κόσμο άφοβα, με γαλήνη, γιατί δεν μπορούσε τώρα πια να με ξεγελάσει……
……………..
Βγήκα έξω ανακατεύτηκα μ’ ένα κύμα ανθρώπους στο δρόμο που έτρεχαν βιαστικοί, έτρεχα κι εγώ μαζί τους, δεν είχα πια τίποτα να φοβηθώ, είναι δροσουλίτες, συλλαγίζουμουν, πάχνη καμωμένη από δροσούλα, τι να τους φοβηθώ;
Ας πάω μαζί τους, να δω τι κάνουν. Φτάνουμε σ’ ένα κινηματογράφο με κόκκινα, γαλάζια, πράσινα φώτα, μπαίνουμε μέσα. Θρονιαστήκαμε σε βελούδινα καθίσματα, ένα φωτεινό σεντόνι στο βάθος και περνούσαν απάνω του ίσκιοι, ανήσυχοι, βιαστικοί, τι έκαναν; Σκότωναν, σκοτώνουνταν, φιλιούνταν.
Δίπλα μου κάθουνταν μια κοπέλα, ένιωθα το στήθος της που ανεβοκατέβαινε κι ανάπνεε, μύριζε η ανάσα της σαν κανέλα, κάποτε το γόνατό της άγγιζε το γόνατό μου, ανατρίχιαζα, μα δεν αποτραβιόμουν. Μια στιγμή στράφηκε, με κοίταξε και μες στο μεσοσκόταδο της σάλας μου φάνηκε πώς μου χαμογέλασε.
Βαρέθηκα πια να βλέπω τους ίσκιους, σηκώθηκα να φύγω, σηκώθηκε κι η κοπέλα.  Στην ξώπορτα στράφηκε πάλι και μου χαμογέλασε, πιάσαμε κουβέντα, φεγγάρι από πάνω μας, τραβήξαμε κατά το πάρκο. …………
-Πώς σε λένε; Τη ρώτησα.
-Φρίντα, αποκρίθηκε γελώντας. Τι ρωτάς; Γυναίκα με λένε.
Και τότε ξέφυγε από το στόμα μου ένας λόγος φοβερός, δεν ήταν δικός μου, θα ‘ταν κανενούς προγόνου, όχι του κυρού μου, αυτός σιχαίνουνταν τις γυναίκες, κάποιου άλλου. Μα ως ξεστόμισα, τρόμαξα, μα ήταν πολύ αργά:
-Φρίντα, μένεις τη νύχτα ετούτη μαζί μου;
Κι η κοπέλα, ήσυχα:
-Όχι απόψε, δεν μπορώ, αύριο βράδυ.
Αλάφρωσα, γρήγορα γρήγορα σηκώθηκα, χωρίσαμε. Πήρα βιαστικός το δρόμο κατά το σπίτι.
Και τότε έγινε το απίστευτο, δεν μπορώ ακόμα να το φέρω στο νου μου χωρίς ν’ ανατριχιάσω, αλήθεια, τρισεύγενη, ακατάλυτη η ψυχή του ανθρώπου, και κρατάει στην αγκαλιά της ένα κορμί που κάθε μέρα σαπίζει. Εκεί που πήγαινα γυρίζοντας στο σπίτι, άκουγα το αίμα μου ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι μου, η ψυχή μου είχε αγριέψει, ένιωθε πώς ήταν το κορμί μου έτοιμο να πέσει στην αμαρτία κι είχε τιναχτεί απάνω γεμάτη περιφρόνηση και θυμό κι αρνιόταν να του δώσει την άδεια….
Το αίμα όλο αναρροούσε και μαζεύουνταν στο πρόσωπό μου, κι αγάλια αγάλια καταλάβαινα πώς τα χείλια μου, τα μάγουλα,  το μέτωπο φούσκωναν, τα μάτια είχαν τόσο μικράνει που θα ‘χαν γίνει δυο χαραμάδες και με δυσκολία κατόρθωνα να βλέπω.
…………
Όταν πια έφτασα κι άναψα το φως και κοίταξα στον καθρέφτη, έσυρα φωνή τρόμου: αλάκερο το πρόσωπό μου είχε φουσκώσει, είχα φριχτά παραμορφωθεί, τα μάτια μου μόλις φαίνουνταν ανάμεσα σε κατακόκκινες ξεχειλισμένες σάρκες και το στόμα μου είχε γίνει μια μικρούλα τρύπα και δεν μπορούσε ν’ ανοίξει.
Μονομιάς ήρθε στο νου μου η κοπέλα η Φρίντα, πώς να τη δω αύριο με τέτοια χάλια; Πήρα και της έγραψα ένα τηλεγράφημα: «Δεν μπορώ αύριο, θα ‘ρθω μεθαύριο» κι έπεσα στο κρεβάτι απελπισμένος.
…………..
Δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη τη νύχτα, βιαζόμουν να ξημερώσει, έλεγα μπορεί ως αύριο το πρωί το κακό να περάσει, κι έψαχνα ολοένα το πρόσωπό μου να δω αν ξεφούσκωσε….
……..
Φώναξα την υπηρέτρια να της δώσω το τηλεγράφημα, ως ν’ ανοίξει την πόρτα και να με δει, έσυρε φωνή, έβαλε τις απαλάμες της κι έκρυψε το πρόσωπό της, δεν τολμούσε να με ζυγώσει. Άρπαξε το τηλεγράφημα, έφυγε. Πέρασαν μια μέρα, δυο, τρεις, μια βδομάδα, δυο και κάθε μέρα έστελνα το ίδιο τηλεγράφημα, από το φόβο μην έρθει σπίτι μου και με δει: «Δεν μπορώ σήμερα, θα ‘ρθω αύριο».  
…………….
Τέλος δε βάσταξα, είχα διαβάσει μερικά ψυχαναλυτικά έργα του περίφημου Freud, του Βίλχελμ Στέκελ, πήγα να τον βρω, μάντευα πώς την αρρώστια αυτή μου την έδωκε, χωρίς να ξέρω γιατί, η ψυχή, αυτή φταίει.
Ο σοφός Καθηγητής άρχισε να με ξομολογάει, του στόρησα τη ζωή μου, πως χρόνια ακλουθούσα το Χριστό, μα τώρα τελευταία η θρησκεία του μου φάνηκε πολλά απλοϊκή, πολλά αισιόδοξη, τον αφήκα και πήρα το δρόμο του Βούδα…
Ο Καθηγητής γέλασε.
-Το να ζητάς να βρεις την αρχή και το τέλος του κόσμου, είναι αρρώστια, μου είπε. Ο κανονικός άνθρωπος ζει, χαίρεται, λυπάται, αγωνίζεται, παντρεύεται, κάνει παιδιά, χωρίς να χάνει τον καιρό του να ρωτάει από πού και κατά που και γιατί…. Μα δεν τελειώσατε, κάτι μου κρύβετε ακόμα, ομολογήστε τα όλα.
Του διηγήθηκα πως συνάντησα τη Φρίντα και πως είχαμε δώσει ραντεβού.
Ο Καθηγητής ξέσπασε σ’ ένα ψιλό σαρκαστικό γέλιο, τον κοίταξα νευριασμένος, είχα αρχίσει κιόλα να τον μισώ τον άνθρωπο αυτόν, γιατί μάχουνταν να παραβιάσει όλες μέσα μου τις μανταλωμένες πόρτες κι ερευνούσε με αδιάκριτο μεγεθυντικό φακό τα μυστικά μου.
-Φτάνει, φτάνει! Μου είπε και χιχίριζε ακόμα σαρκαστικά, όσο θα μένετε στη Βιένη, η μάσκα αυτή θα’ ναι κολλημένη στο πρόσωπό σας.
Η αρρώστια σας είναι η αρρώστια των ασκητών, έτσι τη λέμε, πολύ σπάνια στην εποχή μας. Γιατί σήμερα ποιο σώμα υπακούει στην ψυχή του; Διαβάσατε ποτέ σας συναξάρια αγίων;
Ο ασκητής έφευγε από την έρημο κι έτρεχε να πάει στην πιο κοντινή πολιτεία, γιατί ξαφνικά, ο δαίμονας της πορνείας τον καβαλίκευε κι έπρεπε να κοιμηθεί με γυναίκα. Έτρεχε, έτρεχε, μα στην πόρτα της πολιτείας, την ώρα που ετοιμάζουνταν να δρασκελίσει το κατώφλι, έβλεπε με τρόμο το κορμί του να το σκεπάζει η λέπρα.
Δεν ήταν λέπρα, ήταν η αρρώστια ετούτη, η δική σας. Πώς να παρουσιαστεί με τέτοιο φρικαλέο πρόσωπο σε γυναίκα; Ποια γυναίκα θα μπορούσε να τον αγγίξει;
Έτρεχε λοιπόν πίσω στη σκήτη του, στην έρημο, και δόξαζε το Θεό, που τον λύτρωσε από την αμαρτία. Κι ο Θεός, λένε τα συναξάρια, τον συγχωρούσε κι έξυνε από το κορμί του τη λέπρα.
Καταλάβατε τώρα; Η ψυχή σας-αυτό που λέτε εσείς ψυχή- βυθισμένη στη βουδιστική κοσμοθεωρία, θαρρεί πώς να κοιμηθείς με γυναίκα είναι αμαρτία θανάσιμη, δεν αφήνει λοιπόν το σώμα ν’ αμαρτήσει.
Στην εποχή μας τέτοιες ψυχές, να’ χουν επιβολή στη σάρκα είναι  σπάνιες, στην επιστημονική μου ζωή, μια μονάχα τέτοια περίπτωση συνάντησα:
Μια πολύ τίμια, πολύ θρήσκα Βιενέζα αγαπούσε πολύ τον άντρα της, μα αυτός ήταν στο μέτωπο, κι έτυχε η κυρία αυτή να συναντήσει ένα νέο και να τον αγαπήσει. Μια νύχτα ήταν έτοιμη να του δοθεί, μα ολομεμιάς η ψυχή της επαναστάτησε, αντιστάθηκε, και το πρόσωπο της κυρίας φούσκωσε, έγινε αποτρόπαιο, όπως τώρα το δικό σας. Απελπισμένη ήρθε και με βρήκε, την καθησύχασα: «όταν θα γυρίσει ο άντρας σας από τον πόλεμο» της είπα «θα γειάνετε».
Κι αληθινά, μόλις γύρισε ο άντρας της από τον πόλεμο, μόλις δηλαδή πέρασε ο κίντυνος της αμαρτίας, το πρόσωπό της ξαναβρήκε την πρώτη του ομορφιά. Το ίδιο κι εσείς: θα γειάνετε όταν φύγετε από τη Βιένη κι αφήστε πίσω σας τη Φρίντα.
Δεν τον πίστεψα, έφυγα πεισματωμένος.  «Παραμύθια επιστημονικά»  έλεγα «θα μείνω στη Βιένη, θα μείνω και θα γειάνω». Έμεινα ακόμα ένα μήνα, η μάσκα δεν έλιωνε, κάθε μέρα εξακολουθούσα να στέλνω το τηλεγράφημα στη Φρίντα: «Δεν μπορώ σήμερα, θα ‘ρθω αύριο». Μα το αύριο αυτό δεν έρχουνταν, βαριέστησα. Ένα πρωί σηκώθηκα αποφασισμένος: θα φύγω!
Πήρα τη βαλίτσα μου, κατέβηκα τη σκάλα, βγήκα στο δρόμο, τράβηξα κατά το σταθμό. Ήταν πρωί, δροσερό αγεράκι, φυσούσε, εργάτες κι εργάτριες έτρεχαν κοπαδιαστά στις δουλειές τους, γελώντας, μασουλώντας ακόμα μια μπουκιά ψωμί. …….
…….
Κι όταν πια έφτασα στο σταθμό κι έβγαλα το καθρεφτάκι  από την τσέπη μου, και κοίταξα, τι χαρά ήταν εκείνη, τι ευτυχία!
Το πρόσωπό μου είχε ολότελα ξεπρηστεί, ξανάρθαν τα παλιά χαραχτηριστικά, η μύτη, το στόμα, τα μάγουλα, έφυγε ο δαίμονας, είχα ξαναγίνει άνθρωπος.
Από τη μέρα εκείνη κατάλαβα πως η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα ελατήριο φοβερό κι επικίντυνο, μια εκρηχτικιά δύναμη μεγάλη κουβαλούμε, τυλιγμένη μέσα στις σάρκες και στα ξίγκια μας, και δεν ξέρουμε. Και το χειρότερο, δε θέμε να το ξέρουμε, γιατί τότε η αμαρτία, η ανταρσία, η ψευτιά είναι αδικαιολόγητες, δεν μπορούμε πια να κρυφτούμε πίσω από την κακομοιριά τάχατε και την ανημπόρια του ανθρώπου. Αν είμαστε άτιμοι, άναντροι, ψεύτες, εμείς φταίμε, γιατί έχουμε μέσα μας μια δύναμη παντοδύναμη και δεν τολμούμε να τη μεταχειριστούμε, γιατί φοβούμαστε μη μας κάψει, μα την αφήνουμε, έτσι μας είναι βολικό, σιγά σιγά να ξεθυμαίνει και να καταντάει κι αυτή ξίγκι και κρέας.
Τι  φοβερό να μην το ξέρουμε, αν το ξέραμε θα καμαρώναμε την ψυχή του ανθρώπου, γης κι ουρανού, τίποτα δεν υπάρχει τόσο να μοιάζει με το Θεό όσο η Ψυχή του Ανθρώπου.  

«Αναφορά στον Γκρέκο» Ν. Καζαντζάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου